ἐνδόσθια Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐνδόσ-θια, τά, (ἔνδον) = ἐντόσθια, LXX Ex. 12.9, al. ἐνδόσθια, ων (τὰ) intestins, Spt. Ex. 12, 9. Étym. ἔνδον ; cf. ἐντόσθια. ἐνδόσθια, τά, Eingeweide, LXX.