Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἑνός
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνόριος
ἐνορκέω
ἐνορκίζομαι
ἐνορκίζω
ἐνόρκιος
ἐνορκισμός
ἔνορκος
ἐνορκόω
ἐνόρκως
ἐνορμάω
ἐνορμέω
ἐνορμίζω
ἐνόρμιον
ἐνόρμισμα
ἐνορμίτας
ἐνορμίτης
ἔνορμος
ἐνόρνυμι
ἐνορούω
ἐνόρσας
ἐνορύσσω
ἐνόρχαν
ἐνορχέομαι
ἐνόρχημα
ἐνόρχης
ἐνορχής
ἔνορχις
ἔνορχος
ἔνος
ἕνος
ἑνός
Ἔνος
ἐνοσίγαιος
Ἐνοσίγαιος
ἐνοσίζεται
ἔνοσις
ἐνοσίφρων
ἐνοσίφυλλος
Ἐνοσίχθων
ἐνοσίχθων
ἑνότης
ἑνοτήσιος
Ἑνοτίκτοντες
ἔνοτος
Ἔνουδος
ἔνουλα
ἐνουλίζομαι
ἐνουλίζω
ἐνουλισμός
ἔνουλον
ἔνουλος
ἐνουράνιος
ἐνουρέω
ἐνουρήθρα
ἐνούρηθρον
ἐνουρητής
ἔνουρος
ἐνουσιακῶς
ἐνουσιόομαι
ἐνούσιος
ἐνουσιόω
…
ἑνός
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
ἑνός,
gén. de
εἷς
.
ἑνός
gen. sing. m. en n.
van
εἷς.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}