ἐξαιτητέον
ἐξαιτητέον, one must beg off
ἐξαιτ-ητέον,
- one must beg off, τινὰ παρά τινος Lycurg. 135.
hay que pedir indulgencia por
τοῦτον παρ' ὑμῶν ἐ.
ἐξαιτητέον, vb. d’ἐξαιτέω, Lycurg. 167, 12.