ἐξαλεείνω
ἐξᾰλεείνω,
- = ἐξαλέομαι, Opp. H. 5.398.
evitar
οὐκέτι κείνη (χέλυς) ... δύναται μόρον ἐξαλεείνειν
ἐξ·αλεείνω [ᾰ] (seul. prés.) c. ἐξαλεύομαι, Opp. H. 5, 398.
evitar
οὐκέτι κείνη (χέλυς) ... δύναται μόρον ἐξαλεείνειν