ἐξαλειπτέον
ἐξαλειπτέον, one must wipe out, erase
ἐξᾰλειπ-τέον,
- one must wipe out, erase, τοὺς νόμους Lys. 6.8.
hay que abolir, hay que borrar
τοὺς νόμους ἐ. ἐστίν
τοὐπίγραμμα
ἐξαλειπτέον [ᾰ] vb. d’ἐξαλείφω, Lys. 104, 4.