ἐξανδραποδισμός
ἐξανδραποδισμός, enslave, sell into slavery
ἐξανδρᾰποδ-ισμός, ὁ, = foreg., Plb. 6.49.1.
1 acción de reducir a esclavitud, esclavización
ἐπ' ἀνδραποδισμῷ Μεσσηνίοις πόλεμον ἐξήνεγκαν
ἐπ' ἐξανδραποδισμῷ καὶ μερισμῷ τῆς Ἁκαρνανίας
πόλεων ἐξανδραποδισμοὶ καὶ πολιορκίαι
γυναικῶν καὶ παίδων
2 despojo, saqueo,
depeculatio
ἐξανδραποδισμός, οῦ (ὁ) [ᾰπ] asservissement, Pol. 6, 49, 1.
Étym. ἐξανδραποδίζω.
ἐξανδραποδισμός, ὁ, das zu Sklaven Machen, Pol. 6.49.1, öfter.