ἐξαπηλιωτικός
ἐξαπηλιωτικός, easterly
ἐξαπ-ηλιωτικός, ή, όν,
- easterly, PFlor. 50.105 (iii A. D.).
oriental, del este
τὸ ἐξαπηλιωτικὸν ἐποίκιον
ἐξαπηλιωτικός, easterly
oriental, del este
τὸ ἐξαπηλιωτικὸν ἐποίκιον