ἐξάπινα
ἐξάπῐν-ᾰ [ᾰπ], later form of ἐξαπίνης, LXX Nu. 4.20, Ev.Marc. 9.8, PGiss. 1.68.6 (ii A. D.), Procop. Aed. 2.11.
adv. repentinamente, de improviso
ἐὰν δέ τις ἀποθάνῃ ἐ.
μὴ εἰσέλθωσιν ἰδεῖν ἐ. τὰ ἅγια
ἐ. περιβλεψάμενοι οὐκέτι οὐδένα εἶδον
μήποτε ὁ δεσπότης ἐ. ἔλθῃ
ἐ. ἐγένετο τὸ ἀτύχημα
μὴ βραδύνῃς, μήποτε ἐ. ἀποπλεύσῃ Ἰούλιος
ἐ. ... ἐμβάλλειν
•V.
ἐξάπινα [ᾰῐ] adv. c. ἐξαπίνης, Spt. Lev. 21, 4 ; Num. 4, 20 ; 6, 9, etc. ; NT. Marc. 9, 8.
ἐξάπινα, Sp. = ἐξαπίνης.
Strong 1819
†
suddenly: Mk 9:8.†
ἐξάπινα
adverblater form of ἐξαπίνης, NTest.