ἐξαπίναιος
ἐξαπίναιος, sudden, unexpected
- = ἐξαιφνίδιος, Hp. Acut. 28, X. Hier. 10.6, Plb. 25.2.1, Call. Jov. 50, Ruf. ap. Orib. 6.38.25. Adv. -ως Hp. Art. 43, Th. 3.3, al.
1 repentino, imprevisto
τὰ ἐξαπιναῖα δῆλα τῶν νουσημάτων
αἱ ἐξαπιναῖοι μεταβολαί
ὁ ἄρτος θερμὸς ... παρέχει καὶ ἐξαπιναίην πληθώρην
πολεμίων ἔφοδοι
φόβοι
ἔργα
ἐκδιαίτησις
συμβολή
ἐπιδρομαί
διάρροια
• neutr. subst.
τὰ ἐξαπίναια τάραχον ἐξεργάζεται
lo repentino produce confusiónὑπό τε τοῦ παρὰ π[ροσ]δοκίαν ἐξαπιναίου τυπ[τόμ]ενοι
2 adv. -ως repentinamente
πέμπουσιν ἐ. ... ναῦς
• de golpe, a la vez
ὅπως ... ἐ. ἀφήσουσι (τὴν κλίμακα)
de modo que dejen caer de golpe (la escalera)
- sudden, unexpected.