ἐξαπίνης
- = ἐξαίφνης, Il. 15.325, Alc. 27, Pi. P. 4.273, Hdt. 1.74, 87, Hp. Acut. 28, Epicur. Nat. 14.8; never in Trag., sts. in Att., as Ar. Pl. 336, 339, 815, Th. 1.50, Nicol.Com. 1.6:—with a Subst., ἔαρ ἐξαπίνας sudden spring, Theoc. 9.34.
adv. de repente, súbitamente
θῆρε δύω ... ἐλθόντ' ἐ.
αἴετον ἐ. φάνεντα
μήτ' ἀγαθοῖσιν τερφθῇς ἐ.
ἐ. νύκτα γενέσθαι
συνδραμεῖν ἐ. νέφεα
ἐ. οἱ ὀφθαλμοὶ διεστράφησαν
πεπλούτηκ' ἐ.
ἐ. πρύμναν ἐκρούοντο
ἐ. ... ἀπέθανε
εἶτ' ἐ. σιωπῶσιν
ἐ. δ' ἀ[ρ]χόμε[νος
ἐ. ἀπεστράφη
ἐ. δ' ἀνέλαμψεν ... πῦρ
ἐ. ὀφθείς
ἐ. στρέφεσθαι
ἐ. κινούμενος
ἐνόησεν ἐ.
ἀποδημεῖς ἐ.
ἐ. ἀνέτελλεν ... ἄνθεα
ἔαρ ἐ.
una repentina primaveraΜοῦσαν ... ὅδ' ἐ. τύμβος ἄναυδον ἔχει
a Musa que bruscamente enmudeció guarda esta tumba
[app. ἐξ- 9. Cf. ἐξαίφνης.]
On a sudden, suddenly, unexpectedly: ἐλθόντʼ ἐ. Il. 5.91. Cf. Il. 9.6, Il. 15.325, Il. 16.598, Il. 17.57: Od. 10.557, Od. 12.288, Od. 14.29, 38, Od. 21.196, Od. 24.160.