ἑξαπλασιάζω
ἑξαπλασιάζω, multiply by six
ἑξαπλᾰσι-άζω,
- multiply by six, in Pass., Theol.Ar. 48, EM 595.15.
mat. multiplicar por seis
τὰς δύο ... ὑποθέσεις ἑξαπλασιάσομεν
ἑξαπλασιάσαντες τοὺς ἑκάστου μῆνας ἕξομεν τὰς ἑκάστου ἡμέρας
ἑξαπλασιάζω [ᾰσ] multiplier par six, Nicom. Arithm. 48.
Étym. ἑξαπλάσιος.
ἑξαπλασιάζω, mit sechs multiplizieren, EM.