ἑξάπωλος
ἑξάπωλος, with six colts
ἑξάπωλος [ᾰ], ον,
- with six colts or horses, ἅρμα Hdn. 5.6.7.
con un tiro de seis caballos
ἅρμα
ἑξά·πωλος, ος, ον [ᾰ] à six chevaux, Hdn 5, 6, 16.
Étym. ἕξ, πῶλος.
ἑξάπωλος, mit sechs Rossen, ἅρμα Hdn. 5.6.16.