ἐπαγωγεύς
ἐπαγωγεύς, coat of clay
ἐπαγωγ-εύς, έως, ὁ,
- coat of clay on a wall, IG 2(2).1672.61 (fort. pro ὑπ- legendum, Ar. Av. 1149, sed cf. ἐξυπάγω).
ἐπαγωγεύς, ὁ, bei Poll. 8.101 οἱ τὰς ἐμμήνους δίκας ἐπάγοντες.