ἐπαγορία
ἐπᾱγορία, v. ἐπηγορία.
ἐπᾱγορία
- 1blame ὑμῖν ἄνευθʼ ἐπαγορίας ἔπορεν (Meineke: ἀπαγορίας codd.) fr. 122. 6. ἐπαγορίαν ἔχει (ἐπίμωμός ἐστι explic. Hesych.) ?fr. 359.