ἐπαγώγιμος
ἐπαγώγιμος, imported
ἐπαγώγ-ιμος, ον,
- imported, Plu. Lys. 17, IG 14.422 iii 46,60 (Tauromenium).
ἐπαγώγιμος, ος, ον [ᾰ] introduit, importé, Plut. Lys. 27.
Étym. ἐπαγωγός.
ἐπαγώγιμος, eingeführt, fremd, Plut. Lys. 27.
ἐπαγώγιμος
ἐπᾰγώγιμος, ον
ἐπάγω
- imported, Plut.