ἐπαγκωνισμός Save ἐπαγκωνισμός, dance LSJ Bailly 2024 ἐπαγκων-ισμός, ὁ, a kind of dance, Ath. 14.630a. ἐπ·αγκωνισμός, οῦ (ὁ) sorte de danse, Ath. 630a. Étym. ἐπί, *ἀγκωνίζω, d’ἀγκών.