ἐπαιγιαλῖτις
ἐπαιγιαλῖτις, on the beach
ἐπαιγῐᾰλῖτις, ιδος, ἡ,
- on the beach, χηλή AP 10.8 (Arch.).
ἐπ·αιγιαλῖτις, ιδος, adj. f. qui séjourne au bord de la mer, Anth. 10, 8.
Étym. ἐπί, αἰγιαλός.
ἐπαιγιαλῖτις, ιδος, ἡ, am Gestade, χηλή Archi. 17 (X.8).
ἐπαιγιαλῖτις
ἐπ-αιγιαλῖτις, ιδος
αἰγιαλός
- on the beach, Anth.