ἐπικύλιον
ἐπικύλιον, upper eyelid
ἐπικύλιον [ῠ], τό,
- upper eyelid (cf. ἐπικυλίδες), Eust. 1951.20.
ἐπικύλιον, τό, = ἐπικυλίδες, Eust. 1951.
ἐπικύλιον, upper eyelid