ἐπιμοίριος
ἐπιμοίριος, fated
ἐπιμοίρ-ιος, ον,
- fated, νήματα AP 7.504 (Leon.).
ἐπι·μοίριος, ος, ον, du destin, fatal, Anth. 7, 504.
Étym. ἐπί, μοῖρα.
ἐπιμοίριος, νήματα, des Schicksals Faden, Leon.Tar. 93 (VII.504).
ἐπιμοίριος
ἐπι-μοίριος, ον
μοῖρα
- fated, Anth.