ἐπιπλάζομαι
ἐπιπλάζομαι, to wander about over
ἐπιπλάζομαι, fut. -πλάγξομαι: aor. 1 ἐπεπλάγχθην:—
- wander about over, πόντον ἐπιπλαγχθείς Od. 8.14; πόντον ἐπιπλάγξεσθαι A.R. 3.1066:—later in Act., Nic. Al. 127.
ἐπιπλάζομαι , aor. pass. part. -πλαγχθείς: drift over; πόντον, Od. 8.14†.
ἐπιπλάζομαι
fut. -πλάγξομαι
aor1 ἐπεπλάγχθην
- Pass.:— to wander about over, πόντον ἐπιπλαγχθείς Od.