About Report a problem

Menu

ἐπιπλανάομαι

ἐπιπλανάομαι, wander about over, cover

ἐπιπλᾰνάομαι,
  • = ἐπιπλάζομαι, γῆν Democr. [299]; δακρύων τοῖς ὄμμασιν ἐπιπλανωμένων Hld. 7.17, cf. 3.5: abs., κιττὸς ἐπιπλανώμενος Longus 1.2.

Saved

Recent