ἐπίπλεος
ἐπίπλεος, quite full of
ἐπίπλεος, έα, Ion. έη, εον,
- quite full of, κρεῶν Hdt. 1.119, 3.18; ἀγαθῶν πάντων Id. 6.139:—Att. ἐπιπλέως, ων, Plu. Ant. 85.
ἐπί·πλεος, η, ον, ion. plein de, gén. Hdt. 1, 19, etc.
ἐπίπλεος, α, ον, att. ἐπίπλεως, ganz voll, angefüllt, λειμὼν ἐπίπλεος κρεῶν ἑφθῶν Her. 3.18, τράπεζα ἐπιπλέη ἀγαθῶν 6.139, öfter.
ἐπίπλεος
- quite full of a thing, c. gen., Hdt.