ἐπιπλατής
ἐπιπλατής, flat, broad
ἐπιπλᾰτ-ής, ές,
- flat, broad, only in Adv. -τῶς, Aët.7.31.
ἐπι·πλατής, ής, ές, gén. έος-οῦς [ᾰ] large à la surface, plat, Th. H.P. 8, 5, 3.
Étym. ἐπί, πλάτος.