ἐπίπλευρα
ἐπίπλευρα, sideways
ἐπίπλευρα, τά,
- = τὰ παρὰ τοῖς μαστοῖς ὑπὸ τὰς μασχάλας, Hsch.
- II ἐπίπλευρος φέρεται sideways, Sch. Nic. Th. 268.