ἐπίρρηξις
ἐπίρρηξις, fissure
ἐπίρρηξις, εως, ἡ,
- fissure, χειλῶν Dsc. 2.76; tearing, τῆς ἐπιφανείας Paul.Aeg. 6.89.
ἐπίρρηξις, εως (ἡ) déchirure, Gal. 14, 424, 8.
Étym. ἐπιρρήγνυμι.
ἐπίρρηξις, ἡ, das Zerreißen, der Riß, Galen.