ἐπιρροφάνω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἐπιρροφ-άνω, = sq. [ἐπιρροφέω], Hp. Int. 6. ἐπι·ρροφάνω [ᾰ] (seul. prés.) c. le suiv. Hpc. 534, 51. Étym. ἐπί, ῥοφέω. ἐπι-ρροφάνω en ἐπι-ρροφέω opslurpen. ἐπιρροφάνω, = ἐπιρροφέω, Hippocr.