ἐπίρροος
ἐπίρροος, influx, redundance
ἐπίρροος, contr. ἐπίρρους, ὁ,
- influx, redundance, Hp. Ulc. 24.
- 2 accessory flux, Orib. 8.36.3.
ἐπίρροος-ους, όου-ου (ὁ) c. ἐπίρροια, Hpc. 881f.