ἐπισκοπία
ἐπισκοπία, a looking at
ἐπισκοπ-ία, ἡ,
- = εὐστοχία, condemned by Poll. 6.205.
ἐπισκοπία, ας (ἡ) action de lancer ses rayons (litt. ses regards) Anth. App. 315.
Étym. ἐπίσκοπος.
ἐπισκοπία, ἡ, = εὐστοχία, Poll. 6.205 ; aber Ep.adesp. (APP 315), τὴν γλυκερὴν ἡλίου ἐπισκοπίην ἔλιπον, nach Jac. EM., das Beschauen.
ἐπισκοπία, ἡ,
ἐπισκοπέω
- a looking at, Anth.