ἐπίσκληρος
ἐπίσκληρος, somewhat hard
ἐπίσκληρος, ον,
- somewhat hard, κοιλίη Hp. Prorrh. 1.138: Comp., J. AJ 17.12.2.
ἐπί·σκληρος, ος, ον, un peu dur, Hpc. 79d.
Étym. ἐπί, σκληρός.
ἐπίσκληρος, etwas, obenauf hart, Hippocr.