ἐπιτακτήρ
ἐπιτακτήρ, a commander
ἐπιτακ-τήρ, ῆρος, ὁ, = sq., X. Cyr. 2.3.4.
ἐπιτακτήρ, ῆρος (ὁ) qui commande, Xén. Cyr. 2, 3, 4.
Étym. ἐπιτάσσω.
ἐπιτακτήρ, ῆρος, ὁ, der Befehlende, Xen. Cyr. 2.3.4.
ἐπιτακτήρ, ῆρος,
ἐπιτάσσω
- a commander, Xen.