ἐπίταμα
ἐπίταμα, extension
ἐπίτᾰμα, ατος, τό, (ἐπιτείνω)
- extension, Plu. Cohib. 2.457c.
ἐπίταμα, ατος (τὸ) [τᾰ] extension, Plut. M. 457b.
Étym. ἐπιτείνω.
ἐπίταμα, τό, die Anspannung, καὶ σπάσματα Plut. coh. ira 8.