ἐπιτηδευτής
ἐπιτηδευτής, one who practises
ἐπιτηδ-ευτής, ὁ, οῦ,
- one who practises, ἀπράγμονος βίου J. AJ 19.1.5, cf. Ptol. Tetr. 163.
ἐπιτηδευτής, ὁ, der Etwas übt, Jos.