ἐπιτομικός
ἐπιτομικός, compendious
ἐπιτομ-ικός, ή, όν,
- compendious, πραγματεία Gal. 9.479 (-ατικ- codd.). Adv. -κῶς Phld. Lib. p.47 O., Theo Sm. p.116 H., Suid. s.v. Εὐτρόπιος.
ἐπιτομικός, ή, όν, im Auszuge, = ἐπιτοματικός, Suid.