Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐπόπτειρα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐπομφάλιος
Ἔπονα
ἐπονειδίζω
ἐπονειδιστικός
ἐπονείδιστος
ἐπονειδίστως
ἐπονήμενοι
ἐπόνησις
ἐπονομάζω
ἐπονομασία
ἐπονομαστέον
ἐπονομαστικῶς
ἐπονόμαστος
ἐποξίζω
ἐποξύνω
ἔποξυς
ἐποπάζω
ἐποπίζομαι
ἐποπίζω
ἐπόπισθεν
ἐποποῖ
ἐποποιία
ἐποποιΐα
ἐποποιικός
ἐποποιϊκός
ἐποποιός
ἔποπος
ἐπόπτας
ἐποπτάω
ἐποπτεία
ἐπόπτειρα
ἐποπτεύω
ἐποπτήρ
ἐπόπτης
ἐποπτικός
ἔποπτις
ἐπόπτις
ἐποπτόρεκτος
ἔποπτος
ἐπόπτρια
ἐπόπτω
ἐποράω
ἐπορβεῖται
ἐποργάω
ἐποργιάζω
ἐποργίζομαι
ἔπορε
ἐπορέγω
ἐπόρεκτος
ἐπορέομαι
ἐπορέω
ἐπορθιάζω
ἐπορθοβοάω
ἐπορθρεύω
ἐπορθρισμός
ἐποριγνάομαι
ἐπορίνω
ἐπορκίζω
ἐπορκισμός
ἐπορκιστής
ἐπορμ
…
ἐπόπτειρα
Save
LSJ
ἐπόπτ-ειρα, ἡ,
fem. of ἐπόπτης I, cj. for
ἐποπτετῆρα
in
Herm.
ap.
Stob.
1.49.44.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}