Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐπονομαστικῶς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐπολισθαίνω
ἐπολισθάνω
ἔπολμις
ἐπολολύζω
ἐπολοφύρομαι
ἕπομαι
ἐπομβρέω
ἐπόμβρησις
ἐπομβρία
ἐπομβρίζω
ἐπόμβριος
ἔπομβρος
ἑπομένως
ἐπόμιλλος
ἐπομμάδιος
ἐπόμμασις
ἐπόμνυμι
ἐπομνύω
ἐπομόργνυμι
ἐπομφάλιος
Ἔπονα
ἐπονειδίζω
ἐπονειδιστικός
ἐπονείδιστος
ἐπονειδίστως
ἐπονήμενοι
ἐπόνησις
ἐπονομάζω
ἐπονομασία
ἐπονομαστέον
ἐπονομαστικῶς
ἐπονόμαστος
ἐποξίζω
ἐποξύνω
ἔποξυς
ἐποπάζω
ἐποπίζομαι
ἐποπίζω
ἐπόπισθεν
ἐποποῖ
ἐποποιία
ἐποποιΐα
ἐποποιικός
ἐποποιϊκός
ἐποποιός
ἔποπος
ἐπόπτας
ἐποπτάω
ἐποπτεία
ἐπόπτειρα
ἐποπτεύω
ἐποπτήρ
ἐπόπτης
ἐποπτικός
ἔποπτις
ἐπόπτις
ἐποπτόρεκτος
ἔποπτος
ἐπόπτρια
ἐπόπτω
ἐποράω
…
ἐπονομαστικῶς
Save
LSJ
ἐπονομ-αστικῶς,
gloss on ἐπικλήδην Sch.
Opp.
H.
1.776.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}