Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔποπος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐπόμμασις
ἐπόμνυμι
ἐπομνύω
ἐπομόργνυμι
ἐπομφάλιος
Ἔπονα
ἐπονειδίζω
ἐπονειδιστικός
ἐπονείδιστος
ἐπονειδίστως
ἐπονήμενοι
ἐπόνησις
ἐπονομάζω
ἐπονομασία
ἐπονομαστέον
ἐπονομαστικῶς
ἐπονόμαστος
ἐποξίζω
ἐποξύνω
ἔποξυς
ἐποπάζω
ἐποπίζομαι
ἐποπίζω
ἐπόπισθεν
ἐποποῖ
ἐποποιία
ἐποποιΐα
ἐποποιικός
ἐποποιϊκός
ἐποποιός
ἔποπος
ἐπόπτας
ἐποπτάω
ἐποπτεία
ἐπόπτειρα
ἐποπτεύω
ἐποπτήρ
ἐπόπτης
ἐποπτικός
ἔποπτις
ἐπόπτις
ἐποπτόρεκτος
ἔποπτος
ἐπόπτρια
ἐπόπτω
ἐποράω
ἐπορβεῖται
ἐποργάω
ἐποργιάζω
ἐποργίζομαι
ἔπορε
ἐπορέγω
ἐπόρεκτος
ἐπορέομαι
ἐπορέω
ἐπορθιάζω
ἐπορθοβοάω
ἐπορθρεύω
ἐπορθρισμός
ἐποριγνάομαι
ἐπορίνω
…
ἔποπος
Save
LSJ
ἔποπος, etym. of
πόποι,
An.Ox.
4.410.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}