ἐπόμβριος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπόμβρ-ιος, ον, = sq., Arist. HA 601b10, Thphr. CP 3.11.5. ἐπ·όμβριος, ος, ον, pluvieux, Arstt. H.A. 8, 18 ; Th. C.P. 3, 11, 5. Étym. ἐπί, ὄμβρος. ἐπόμβριος, = ἔπομβρος ; ἔτος Arist. H.A. 8.18 ; χῶραι Theophr.