Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐπόμμασις
ἐπόμμασις, aspect
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐποιστικός
ἐποίσω
ἐποιχνέω
ἐποίχομαι
ἐποιωνίζομαι
ἐποκέλλω
ἐποκλάζω
ἐποκριάω
ἐποκριόεις
ἐποκταμερής
ἐποκτωκαιδέκατος
ἐπολβίζω
ἔπολβος
ἐπόλιος
ἐπολιός
ἐπολισθαίνω
ἐπολισθάνω
ἔπολμις
ἐπολολύζω
ἐπολοφύρομαι
ἕπομαι
ἐπομβρέω
ἐπόμβρησις
ἐπομβρία
ἐπομβρίζω
ἐπόμβριος
ἔπομβρος
ἑπομένως
ἐπόμιλλος
ἐπομμάδιος
ἐπόμμασις
ἐπόμνυμι
ἐπομνύω
ἐπομόργνυμι
ἐπομφάλιος
Ἔπονα
ἐπονειδίζω
ἐπονειδιστικός
ἐπονείδιστος
ἐπονειδίστως
ἐπονήμενοι
ἐπόνησις
ἐπονομάζω
ἐπονομασία
ἐπονομαστέον
ἐπονομαστικῶς
ἐπονόμαστος
ἐποξίζω
ἐποξύνω
ἔποξυς
ἐποπάζω
ἐποπίζομαι
ἐποπίζω
ἐπόπισθεν
ἐποποῖ
ἐποποιία
ἐποποιΐα
ἐποποιικός
ἐποποιϊκός
ἐποποιός
ἔποπος
…
ἐπόμμασις
Save
ἐπόμμασις, aspect
LSJ
ἐπόμμᾰσις, εως, ἡ, Astrol.,
aspect,
Gal.
19.560.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}