ἔπομβρος
ἔπομβρος, very rainy
ἔπομβρ-ος, ον,
- very rainy, ἔαρ, ἔτος, Hp. Aph. 3.11, Epid. 3.2; ἔαρ, θέρος, φθινόπωρον, Arist. HA 601b26 (v.l. -ιον); χῶραι Thphr. HP 8.7.6.
ἔπ·ομβρος, ος, ον, c. le préc. Hpc. Aph. 1247, Epid. 3, 1081 ; Arstt. H.A. 8, 19, 4 ; Th. H.P. 8, 7, 6.
ἔπομβρος, voll Regen, regnig, feucht, ἔαρ, ἔτος, Hippocr.; Arist. Meteor. 2.4 u. öfter ; Theophr. auch χώρα, γῆ.
ἔπομβρος
ἔπ-ομβρος, ον
- very rainy, Arist.