ἐϋκτήμων
ἐϋκτήμων, wealthy
ἐϋκτήμων, ον, gen. ονος, (κτῆμα)
- wealthy, Pi. N. 7.92; εὐκτ- Paul.Al. M. 2.
ἐϋκτήμων, p. = εὐκτήμων.
ἐϋκτήμων
- 1wealthy προγόνων ἐυκτήμονα ζαθέαν ἄγυιαν N. 7.92
ἐϋκτήμων
κτῆμα
- wealthy, Pind.