ἐΰκτιτος
ἐΰκτιτος, well-built
ἐΰκτῐτος, ον,
- = ἐϋκτίμενος, of places, Il. 2.592, = h.Ap. 423, cf. D.P. 552; πόλις Hes. Fr. 81.5; μέγαρα B. 3.46. (Glossed by εὐκατοίκητος (q.v.).)
ἐΰκτιτος, = ἐΰκτιστος ; αἶπυ Il. 2.592 H.h. Apoll. 413 ; Λέσβος Sapph. bei Ath. XIII.599c ; sp.D.
ἐΰκτιτος
[ἐϋ- 1 + κτι- as in ἐϋκτίμενος.]
= ἐϋκτίμενος. 1.a Il. 2.592.
ἐΰκτιτος
ἐΰ-κτῐτος, ον
= ἐϋκτίμενος, Il., Hhymn.