ἐϋκτυπέων
ἐϋκτυπέων, clattering
ἐϋκτῠπέων, ουσα, ον, (κτυπέω)
- clattering, Q.S. 5.21.
ἐϋ·κτυπέων, έουσα, έον [ῠπ] qui résonne fortement, Q. Sm. 5, 21.
Étym. εὖ, κτυπέω.
ἐϋκτυπέων, sehr klirrend, ὀδόντες Qu.Sm. 5.21.