ἑκατογκεφάλας
ἑκατογκεφάλας, hundred-headed
ἑκᾰτογ-κεφάλας [φᾰ], α, ὁ,
- hundred-headed, Pi. O. 4.8, Ar. Ra. 473, Nu. 336.
de cien cabezas
ἑκατογ·κεφάλας, seul. gén. -α (ὁ) [ᾰᾰᾱ] dor. c. le suiv. Pd. O. 4, 7 ; Ar. Nub. 336.
ἑκατογκεφάλας, ὁ, = ἑκατογκέφαλος ; Τυφώς Pind. Ol. 4.8 ; Ar. Nub. 336.
ἑκᾰτογκεφᾰλας
- 1hundred-headed ἑκατογκεφάλα Τυφῶνος O. 4.7 cf. Σ. Hom. Θ 368: Πίνδαρος μὲν οὖν ἑκατὸν ἔχειν αὐτὸν (= Κέρβερον) κεφαλάς φησιν fr. 249b.
ἑκατογκεφάλας
κεφαλή
- hundred-headed, Pind.: so ἑκατογ-κέφαλος, ον, Eur., Ar.