ἑκατόγκρανος
ἑκατόγκρανος, with a hundred heads
ἑκᾰτόγ-κρᾱνος, ον, = foreg., Pi. P. 8.16.
de cien cabezas
Τυφώς
ἑκατόγ·κρανος, ος, ον [ᾰᾱ] c. le préc. Pd. P. 8, 16.
Étym. ἑ. *κρᾶνον, cf. κάρηνον.
ἑκατόγκρανος, [ρᾱ], hundertköpfig, Τυφώς Pind. P. 8.16.
ἑκᾰτόγκρᾱνος (cf. ἑκατοντακάρανος)
- 1hundred-headed Τυφὼς Κίλιξ ἑκατόγκρανος (Er. Schmid: ἑκατοντο-, ἑκατοντακάρανος codd.) P. 8.16