ἐπάγαθος
ἐπάγᾰθος [ᾰγ], ον,
- = χρηστός, used in προσκυνήματα, CIG 4991, 5020 (Nubia); also τὸ ἐ. γόνιμον νέον ὕδωρ, of the Nile, Sammelb. 991.4 (iii A. D.).