About Report a problem

Menu

ἔπαισοι

ἔπαισοι· καθήκοντες, ἐπιβάλλοντες, Hsch. (cf. ἐπάσιοι: fort. ἐπάσιστοι,
  • v. ἆσσον Ι, ἐπάγχιστος).

Saved

Recent