ἐπάϊστος
ἐπάϊστος, heard of, detected
ἐπάϊστος, ον, (ἐπαϊω)
- heard of, detected, usu. c. part., ἐ. ἐγένετο ἐργασμένος Hdt. 2.119; ἐ. ἐγένετο προδιδούς Id. 8.128, cf. 6.74; ἐ. ἐγένετο ὑπὸ Καμβύσεω Id. 3.15, cf. 7.146; perceived, Ant.Lib. 34.4. Adv. -τως Onat. ap. Stob. 1.1.39 (dub.).
ἐπ·άϊστος, ος, ον, notoire, connu, avec un part. : ἐπ. ἐγένετο ἐργασάμενος, Hdt. 2, 119, il fut connu de notoriété publique pour avoir fait.
Étym. ἐπαΐω.
ἐπάϊστος, gehört, ruchbar ; ὡς ἐπάϊστος ἐγένετο τοῦτο εἰργασμένος, es wurde bekannt, daß er dies getan hatte, Her. 2.119, öfter ; ἐπεί τε ἐπάϊστος ἐγένετο ὑπὸ Καμβύσεω 3.15. Sonst nur Sp.
ἐπάϊστος, ον
ἐπαΐω
- heard of, detected, Hdt.