ἐπαίρω
ἐπαίρω, to lift up and set on
- lift up and set on, [αὐτὸν] ἀμαξάων ἐπάειρραν lifted and set him upon . ., Il. 7.426; ὀβελοὺς . . κρατευτάων ἐπάειρας 9.214.
- 2 lift, raise, κεφαλὴν ἐπαείρας 10.80; καί μʼ ἔπαιρε S. Ph. 889; ἐπαίρων βλέφαρα Id. OT 1276 codd.; ἐπάειρε δέρην E. Tr. 99 (anap.); ἔπαιρε σαυτόν Ar. V. 996; σεμνῶς ἐπηρκὼς τὰς ὀφρῦς Amphis l.c.; πάντες ἐπῆραν (sc. τὴν χεῖρα) SIG 1109.24; οὐδεὶς ἐπῆρε IG 3.1132; ἐπάρας τὴν φωνήν D. 18.291; ἐπαιρόμενα ἱστία, opp. ὑφιέμενα, Plu. Luc. 3:—Med., με τεῷ ἐπαείραο μαζῷ didst lift and put me to thy breast, A.R. 3.734; [λόγχην] E. IT 1484; ὅπλʼ ἐπαίρεσθαι θεῷ Id. Ba. 789; ἱστούς Plb. 1.61.7; βακτηρίαν Plu. Apophth.reg. 2.185b: metaph., τί . . στάσιν γλώσσης ἐπήρασθε; S. OT 635; πολλοὺς καὶ θρασεῖς τῇ πόλει λόγους ἐπαιρόμενος D. 18.222; κοινὸν ἡ πόλις ἐπήρατο πένθος D.S. 34.17.
- 3 exalt, magnify, ἐπαείρειν Λοκρῶν ματέρʼ Pi. O. 9.20; ἐπαρεῖς τὸν πατρῷον οἶκον X. Mem. 3.6.2.
- 4 intr., lift up oneʼs leg or rise up, Hdt. 2.162; rise from table, Euang. 1.10.
- 5 Pass., swell up, Hp. Liqu. 2, Gal. 6.264, 18(2).119; ἐπῆρται τοῦτό γε, in mal. part., Ar. Lys. 937; ὁ καυλὸς ἐπαίρεται Hippiatr. 54.
- 6 Gramm., ἐ. τὴν προσῳδίαν make the accent acute, Sch. Il. 11.636.
- II stir up, excite, πολλά τέ μιν καὶ μεγάλα τὰ ἐπαείροντα . . ἦν Hdt. 1.204; τίς σʼ ἐπῆρε δαιμόνων; S. OT 1328; πέρα τοῦ καιροῦ τοὺς ἑτέρους ἐ. D. 16.23; ἐ. θυμόν τινι E. IA 125; τοῦτό σε ψυχὴν ἐπαίρει Id. Heracl. 173; ἑαυτὸν ἐπί τινι Diog.Oen. 64; ἵππον urge on, Them. Or. 1.13c; induce, persuade to do, c. inf., εἰρωτᾶν εἰ οὔτι ἐπαισχύνεται ἐπάρας Κροῖσον στρατεύεσθαι Hdt. 1.90, cf. Isoc. 4.108, Aeschin. 1.192; ἥτις με γῆμʼ ἐπῆρε Ar. Nu. 42, cf. Ra. 1041; ἐ. τινὰ ὥστε . . E. Supp. 581; ὅστις μʼ ἐπάρας ἔργον (sc. πρᾶξαι) Id. Or. 286:—Pass., to be roused, led on, excited, τῷ μαντηΐῳ Hdt. 1.90, cf. 5.91; τοῖσι δωρήμασι Id. 7.38; τοῖς τῆς πόλεως κακοῖς And. 1.37; ὑπὸ τῆς τύχης Lys. 2.10; πλούτῳ, τιμῇ, Pl. R. 434b, 608b; ὑπὸ λόγων Ar. Av. 1448; τῇ ἐλπίδι ὡς. . Th. 1.81, cf. Lys. 9.21; τοῖς λόγοις Th. 4.121; δεινότητι καὶ ξυνέσεως ἀγῶνι Id. 3.37 (so τὸ ἐπαιρόμενον τοῦ λόγου τῇ δεινότητι Plu. Cic. 25); ὑπὸ μεγάλου μισθοῦ Th. 7.13; ἐ. ἐς τὸ νεωτερίζειν Id. 4.108; ἐπὶ τὴν βασιλείαν LXX 3 Ki. 12. [24]: c. inf., ἐπήρθην γράψαι Isoc. 5.10; τῷ or τὸ λέγειν (dub. l.) Pl. Phdr. 232a (but ναυτικῷ προύχειν -όμενοι flattering themselves that they were superior . ., Th. 1.25): abs., to be excited, on tiptoe, Ar. Nu. 810; and so Ἑλλὰς τῇ ὁρμῇ ἐπῆρται Th. 2.11.
- 2 Pass., also, to be elated at a thing, εὐδαιμονίῃ μεγάλῃ Hdt. 5.81; ψυχρῇ νίκῃ Id. 9.49, cf. 1.212, 4.130; ἐπὶ πλούτῳ X. Mem. 1.2.25; πρός τι Th. 6.11, 8.2; ἐκ τοῦ γεγονότος προτερήματος Plb. 1.29.4: abs., Th. 4.18.
1. opheffen, op ... tillen, met acc.:
2. opwekken, aansporen, met acc.:
1) erheben, emporheben, -richten ; κρᾶτα Eur. Suppl. 301 ; ἐμέ, θύματα, Soph. Phil. 877, El. 624 ; σαυτόν, Eur. Ion 727 u. öfter ; auch in Prosa, ἐπαρεῖς τὸν πατρῷον οἶκον, zu Ansehen bringen, Xen. Mem. 3.6.2 ; τὴν δεξιάν Eq. 12.6 ; auch τὴν φωνήν Dem. 19.336 ; τί πέρα τοῦ καιροῦ τοὺς ἑτέρους ἐπαίρουσιν ; was erheben sie dieselben (in ihren Reden) ? 16.23. In anderen Vrbdgn, wie ἱστία, aufziehen, Ggstz ὑφίημι, Plut. Luc. 3 ; τὴν τράπεζαν, die Tafel aufheben, Com. Ath. XIV.641e, 642b.
2) übertr., anregen, anreizen, verleiten sein geistiges Erheben, wie wir »überheben« sagen), τίς σʼ ἐπῆρε δαιμόνων Soph. O.R. 1328, Schol. ἔπεισε ; μʼ ἐπάρας ἔργον ἐς ἀνοσιώτατον Eur. Or. 286 ; τινὰ ὥστε Suppl. 581 ; τινὰ θερμότερον Antiph. 2 α 7 ; ἐπῆρε ἡμᾶς ἐξαμαρτάνειν Isocr. 4.108 ; ἐπαρεῖ πολλοὺς ἁμαρτάνειν Aesch. 1.192 ; oft pass. sich verleiten lassen, ἐπαρθέντες κιβδήλοισι μαντηΐοισι Her. 5.91 ; ἐπαιρόμενος πλούτῳ καὶ πλήθει Plat. Rep. IV.434a ; οὔτε τιμῇ ἐπαρθεὶς οὔτε χρήμασι X.608b ; τοῖς κακοῖς Andoc. 1.37 ; ὑπὸ τῆς τύχης Lys. 2.10 ; ἐλπίδι 9.21 ; ὑπὸ μεγάλου μισθοῦ Thuc. 7.13 ; μισθῷ Aesch. 1.137 ; ἐπήρθην γράφειν Isocr. 5.10 ; Dem. vrbdt ἐπᾶραι καὶ θρασεῖς ποιῆσαι 18.175 ; mit προάγεσθαι 298 ; mit φυσᾶν 59.38 ; übh. stolz werden, groß tun, Ar. Nub. 810 ; Thuc. 4.18 ; ἐπηρμένος, hochmütig, 8.2 u. Folgde ; νίκῃ, auf einen Sieg, Her. 9.49 ; ἐπί τινι, Xen. Mem. 1.2.25 ; πρός τι, Thuc. 6.11 ; ἔκ τινος, Pol. 1.29.4.
3) Med. sich erheben, wie Her. auch das act. braucht, ἐπάρας ἀπεματάϊσε 2.162 ; für sich erheben, στάσιν γλώσσης ἐπάρασθε Soph. O.R. 635 ; λόγχην ἐπαίρομαι ξένοις, seine Lanze erheben, Eur. I.T. 1484 ; ὅπλα θεῷ Bacch. 788 ; πόλεμόν τινι, Krieg gegen Einen anfangen, Plut.; manche Vrbdgn wie im act., z.B. ἱστούς Pol. 1.61.7 ; λόγους Dem. 18.222.
Strong 1869
to lift up, raise: τ. ἀρτέμονα, Ac 27:40; χεῖρας, Lk 24:50, I Ti 2:8; κεφαλάς, Lk 21:28; ὀφθαλμούς, Mt 17:8, Lk 6:20 16:23 18:13, Jo 4:35 6:5 17:1; φωνήν, Lk 11:27, Ac 2:14 14:11 22:22; τ. πτέρναν (fig.), Jo 13:18. Pass., Ac 1:9; metaph., to be lifted up with pride: II Co 10:5 11:20.†
levanta tu mano derecha sujetando el codo con la izquierda
- Ito lift up and set on a car or stand, c. gen., Il.
- 2to lift, raise, Il., Soph., etc.: Mid., ὅπλα ἐπαίρεσθαι Eur.
- 3to exalt, magnify, Xen.
- 4intr. to lift up oneʼs leg or rise up, Hdt.
- IIto stir up, excite, Hdt., Soph., etc.: — to induce or persuade one to do, c. inf., Hdt., Ar.: —Pass. to be led on, excited, Hdt., etc.
- 2Pass., also, to be elated at a thing, Hdt., Thuc., etc.:—absol. to be conceited or proud, Ar.
-
…, ὦ φίλε Γλαύκων, μέγας, οὐχ ὅσος δοκεῖ, τὸ χρηστὸν ἢ κακὸν γενέσθαι, ὥστε οὔτε τιμῇ ἐπαρθέντα οὔτε χρήμασιν οὔτε ἀρχῇ οὐδεμιᾷ οὐδέ γε ποιητικῇ ἄξιον ἀμελῆσαι δικαιοσύνης τε καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς. σύμφημί σοι ,…
Plato, Republic
-
…, εἰκός ἐστι τοὺς μὲν ἐρῶντας, οὕτως ἂν οἰομένους καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων ζηλοῦσθαι ὥσπερ αὐτοὺς ὑφʼ αὑτῶν, ἐπαρθῆναι τῷ λέγειν καὶ φιλοτιμουμένους ἐπιδείκνυσθαι πρὸς ἅπαντας ὅτι οὐκ ἄλλως αὐτοῖς πεπόνηται · τοὺς δὲ μὴ ἐρῶντας, κρείττους αὑτῶν…
Plato, Phaedrus
-
…τοὺς τοιούτους μόνους ; τινὸς ; ἀξίους νομίζοντας εἶναι, ὥστε ὁρῶν ὑμᾶς ταύτην τὴν γνώμην ἔχοντας τίς οὐκ ἂν ἐπαρθείη πράττειν καὶ λέγειν ὑπὲρ τῆς πόλεως ; ἔτι δὲ τί ἂν τοῖς τοιούτοις ἄχθοισθε ; οὐ γὰρ ἕτεροι περὶ αὐτῶν…
Lysias, Speeches
-
…ἀξιῶ τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχειν · εἰ δὲ μή, τοιαύτην ἄδειαν τοῖς μοιχοῖς ποιήσετε, ὥστε καὶ τοὺς κλέπτας ἐπαρεῖτε φάσκειν μοιχοὺς εἶναι, εὖ εἰδότας ὅτι, ἐὰν ταύτην τὴν αἰτίαν περὶ ἑαυτῶν λέγωσι καὶ ἐπὶ τούτῳ φάσκωσιν εἰς…
Lysias, Speeches
-
…ἂν ; ἐν ; τῇ πόλει · παραχθεὶς δὲ ὑπὸ τῶνδε εἰ ἀδίκως ἁλοίην, ἀποδραίην ἄν. τίνι γὰρ ἐπαρθέντα ἐλπίδι δεῖ με συμπολιτεύεσθαι, ἢ τί με χρὴ διανοηθέντα, εἰδότα μὲν τῶν ἀντιδίκων τὴν προθυμίαν, ἀποροῦντα δʼ…
Lysias, Speeches
-
…Φίλωνος ποιήσομαι κατηγορίαν, οὐ μέντοι γε ἰδίαν ἔχθραν οὐδεμίαν μεταπορευόμενος, οὐδὲ τῷ δύνασθαι καὶ εἰωθέναι λέγειν ἐν ὑμῖν ἐπαρθείς, ἀλλὰ τῷ πλήθει τῶν ἁμαρτημάτων αὐτοῦ πιστεύων, καὶ τοῖς ὅρκοις οἷς ὤμοσα ἐμμένειν ἀξιῶν. γνώσεσθε μὲν οὖν…
Lysias, Speeches
-
…ποίαν εἰσφορὰν τούτῳ ἀγαθὸν γένοιντο, καὶ ἐπιστάμενος ἐν πολλῷ σάλῳ καὶ κινδύνῳ τὴν πόλιν γενομένην, ναυκληρῶν οὐκ ἐτόλμησεν ἐπαρθεὶς σῖτον εἰσάγων ὠφελῆσαι τὴν πατρίδα. ἀλλὰ μέτοικοι μὲν καὶ ξένοι ἕνεκα τῆς μετοικίας ὠφέλουν τὴν πόλιν εἰσάγοντες · σὺ…
Lysias, Speeches
-
…νομίζοντες, πολλοὺς μὲν πολεμίους κτώμενοι, τὸ δὲ δίκαιον ἔχοντες σύμμαχον ἐνίκων μαχόμενοι. καὶ οὐχ ὑπὸ τῆς τύχης ἐπαρθέντες μείζονος παρὰ Καδμείων τιμωρίας ἐπεθύμησαν, ἀλλʼ ἐκείνοις μὲν ἀντὶ τῆς ἀσεβείας τὴν ἑαυτῶν ἀρετὴν ἐπεδείξαντο, αὐτοὶ δὲ λαβόντες…
Lysias, Speeches
-
…λῃτουργίαν ἐπιπονωτάτην, διὰ τέλους τὸν πάντα χρόνον κόσμιον εἶναι καὶ σώφρονα καὶ μήθʼ ὑφʼ ἡδονῆς ἡττηθῆναι μήθʼ ὑπὸ κέρδους ἐπαρθῆναι, ἀλλὰ τοιοῦτον παρασχεῖν ἑαυτὸν ὥστε μηδένα τῶν πολιτῶν μήτε μέμψασθαι μήτε δίκην τολμῆσαι προσκαλέσασθαι. οὔκουν ἄξιον, ὦ…
Lysias, Speeches
-
…, Καληνοῦ τελευτήσαντος ἐχρῆν ἐπὶ μειρακίῳ τῷ Καληνοῦ παιδὶ γενέσθαι τοσαύτας ἀφορμάς, ἀπόντος ἔτι Ἀντωνίου · αἷς καὶ Λεύκιος ἐπαρθεὶς ἐμάνη, καὶ Ἀσίνιος καὶ Ἀηνόβαρβος γειτονεύοντες ἐχρῶντο καθʼ ἡμῶν. ἐπεὶ καὶ τὰ Πλάγκου τέλη κατὰ σπουδὴν κατέλαβον ,…
Appian, The Civil Wars