ἰταμία Save LSJ Bailly 2024 Pape ἰτᾰμ-ία, ἡ, = ἰταμότης, LXX Je. 29.17 (49.16). ἰταμία, ας (ἡ) [ῐτᾰ] c. ἰταμότης, Spt. Jer. 24, 17 ; 30, 4. ἰταμία, ἡ, = ἰταμότης, LXX.