Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἱστουργεῖον
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἱστοδόκη
ἱστοθήκη
ἱστοκεραία
ἱστοπέδη
ἱστόποδες
ἱστοπόδη
ἱστοποιία
ἱστοποιΐα
ἱστοπονία
ἱστοπόνος
ἱστόπους
ἱστορέω
ἱστόρημα
ἱστορητέον
ἱστορία
ἱστοριαγράφος
ἱστορικός
ἱστορικῶς
ἱστοριογραφέω
ἱστοριογραφία
ἱστοριογραφικός
ἱστοριογράφος
ἱστόριον
ἱστοριοσυγγραφεύς
ἱστόρισμα
ἱστοριώδης
ἱστός
ἱστοτέλεια
ἱστότονος
ἱστοτριβής
ἱστουργεῖον
ἱστουργέω
ἱστουργία
ἱστουργική
ἱστουργικός
ἱστουργός
ἱστοφόρος
ἵστραξ
Ἰστρία
Ἰστριανός
ἰστρίδες
Ἰστριεύς
Ἰστρίη
Ἰστριηνός
Ἴστριος
Ἴστρος
Ἰστροῦς
ἴστω
ἵστω
ἱστών
ἱστωνάρχης
ἱστωναρχία
Ἰστώνη
ἴστωρ
ἵστωρ
ἰσφαίνειν
ἴσφνιον
ἴσφωρες
Ἰσχαγόρας
ἰσχάδιον
ἰσχαδοκάρυα
…
ἱστουργεῖον
Save
LSJ
Pape
ἱστουργ-εῖον, τό,
=
ἱστών,
Gloss.
ἱστουργεῖον
, τό,
Weberwerkstatt
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}